Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο: Τα εμπόδια για την ανάπτυξη των ΑΠΕ στην Ελλάδα – Γραφειοκρατία και λειψές επενδύσεις στα δίκτυα.

05 07 2019 | 08:39

Με την εκτίμηση ότι η Ελλάδα θα πιάσει κατά πάσα πιθανότητα το στόχο του 2020 ως προς το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο κατέγραψε μεταξύ άλλων τα εμπόδια στην προσέλκυση περισσότερων επενδύσεων.

Το ευρωπαϊκό όργανο στο πλαίσιο της ειδικής έκθεσης που δημοσίευσε με θέμα «Αιολική και ηλιακή ενέργεια για ηλεκτροπαραγωγή: χρειάζεται να ληφθούν ακόμη πολλά μέτρα προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της ΕΕ» πραγματοποίησε επιτόπιους ελέγχους σε τέσσερα κράτη – μέλη. Ήταν η Ελλάδα, η Γερμανία, η Ισπανία και η Πολωνία.

Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης που δόθηκε στη δημοσιότητα στις αρχές Ιουνίου η Ελλάδα χρειάζεται αύξηση μικρότερη από δύο εκατοστιαίες μονάδες προκειμένου να πετύχει το στόχο του 2020.

Οι στόχοι για την ηλεκτρική ενέργεια για το 2020 στα τέσσερα κράτη μέλη του ελέγχου, όπως ορίζονται στα οικεία Εθνικά Σχέδια Δράσης Ανανεώσιμης Ενέργειας, έχουν ως εξής: 38,6 % στη Γερμανία, 39,8 % στην Ελλάδα, 39 % στην Ισπανία και 19,1 % στην Πολωνία. Μεταξύ 2010 και 2017, η Γερμανία και η Ισπανία διατηρούνταν σε επίπεδα υψηλότερα από τις αντίστοιχες εθνικές πορείες τους για την ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ. Ορισμένες χρονιές, η Πολωνία βρισκόταν χαμηλότερα του στόχου, ενώ η Ελλάδα υπολειπόταν του στόχου κάθε χρόνο: στο τέλος του 2017, βρισκόταν 7 εκατοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον στόχο. Και ενώ στην Ελλάδα η χαμηλότερη από την αναμενόμενη αύξηση του μεριδίου ηλεκτρικής ενέργειας αντισταθμίστηκε από την αύξηση του μεριδίου της θέρμανσης και της ψύξης, στη Γερμανία και την Ισπανία ισχύει το αντίθετο, με την ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ να αντισταθμίζει τον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης.

Χρονοβόρες διαδικασίες

Ανάμεσα στα άλλα ζητήματα που εξέτασε το κλιμάκιο των ελεγκτών ήταν και οι αδειοδοτικές διαδικασίες για τα έργα ΑΠΕ και κυρίως σε ό,τι αφορά τα αιολικά.

Όπως διαπιστώνει το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, «παρότι τα κράτη μέλη έχουν ορίσει προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να ολοκληρώνονται οι διοικητικές διαδικασίες, διαπιστώσαμε ότι σε έργα αιολικής ενέργειας στην Ελλάδα και την Ισπανία, οι προθεσμίες αυτές δεν είχαν τηρηθεί. Και στις δύο χώρες, για την υλοποίηση ενός χερσαίου έργου αιολικής ενέργειας μπορεί να χρειαστούν έως και επτά έτη. Στην Ισπανία διαπιστώσαμε επίσης ότι οι διαδικασίες για μικρής κλίμακας σταθμούς ιδιοκατανάλωσης ήταν χρονοβόρες, και ότι για τη χορήγηση αδειών χρειαζόταν κατά μέσο όρο ένας χρόνος».

Η έκθεση προτείνει ως λύση για την αντιμετώπιση της γραφειοκρατικής διαδικασίας το παράδειγμα της Γερμανίας που δημιούργησε one stop shop για την αδειοδότηση: «Για την αποφυγή χρονοβόρων διοικητικών διαδικασιών και την επιτάχυνση της ανάπτυξης, η Γερμανία καθιέρωσε την «υπηρεσία μίας στάσης». Πρόκειται για μια υπηρεσία η οποία παρέχει υποστήριξη για την απόκτηση μίας ενιαίας άδειας που καλύπτει όλες τις απαραίτητες αδειοδοτήσεις. Στην περίπτωση ενός χερσαίου αιολικού πάρκου που εξετάσαμε, σε λιγότερο από έξι μήνες είχε εκδοθεί 43σέλιδη άδεια για την οποία απαιτούνταν έγκριση από οκτώ αρχές και πέντε υπηρεσίες».

Καθυστερήσεις στις επενδύσεις των δικτύων

Οι επενδύσεις στο δίκτυο έχουν καθυστερήσει σημαντικά και στα τέσσερα κράτη μέλη. Ωστόσο, όπως αναφέρει η έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, το ζήτημα είναι περισσότερο επείγον στη Γερμανία, όπου, έως το τέλος του 2017, είχε ολοκληρωθεί λιγότερο από το 10 % της σχεδιαζόμενης επέκτασης του δικτύου εντός της χώρας (μόλις 750 χλμ. από τα 7 900 χλμ.). Το ανεπαρκώς αναπτυγμένο δίκτυο της Γερμανίας έχει ως αποτέλεσμα να πραγματοποιούνται (εισ)ροές ηλεκτρικής ενέργειας στα ηλεκτρικά δίκτυα των όμορων κρατών μελών οσάκις το γερμανικό δίκτυο δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στις μεταφορές πλεονάζουσας ενέργειας. Για παράδειγμα, όταν τα αιολικά πάρκα στο βόρειο τμήμα της Γερμανίας παράγουν πλεονάζουσα ενέργεια, το δίκτυο δεν είναι ορισμένες φορές σε θέση να μεταφέρει το σύνολο της ηλεκτρικής ενέργειας στα νότια της χώρας και στην Αυστρία, όπου εντοπίζεται το κυρίως μέρος της ζήτησης.

Η έκθεση αναφέρεται και σε προβλήματα και στο δίκτυο μεταφοράς και διανομής στην Ελλάδα: «Διαπιστώσαμε ανεπάρκειες του δικτύου, οι οποίες παρακώλυαν την ανάπτυξη των ΑΠΕ σε περιοχές με υψηλό δυναμικό αιολικής και ηλιακής ενέργειας στην Ελλάδα (Πελοπόννησος) και την Ισπανία (Ανδαλουσία), ήτοι σε περιφέρειες που δεν είναι δυνατή η εγκατάσταση νέων σταθμών ΑΠΕ. Σύμφωνα με τον διαχειριστή του ελληνικού συστήματος μεταφοράς (ΔΣΜ), ορισμένα ελληνικά νησιά δεν αναμένεται να συνδεθούν πλήρως με την ηπειρωτική χώρα πριν από το 2023, παρόλο που μια τέτοια σύνδεση θα οδηγούσε στην εξοικονόμηση από τον εθνικό προϋπολογισμό 350 εκατομμυρίων ευρώ ανά έτος, μειώνοντας, ενδεικτικά, το κόστος μεταφοράς του πετρελαίου στα νησιά».

Χωροταξικά προβλήματα

Οι αυστηρές χωροταξικές διατάξεις μπορούν να περιορίσουν σημαντικά την ανάπτυξη νέων έργων. Οι διατάξεις που καθορίζουν την ελάχιστη απόσταση μεταξύ ενός αιολικού πάρκου και των οικιστικών περιοχών μπορεί να είναι εξαιρετικά περιοριστικές.

«Διαπιστώσαμε ότι αυτό αποτελούσε πρόβλημα σε δύο από τα κράτη μέλη του ελέγχου μας», αναφέρουν οι συντάκτες της έκθεσης δείχνοντας τα προβλήματα αυτά σε Γερμανία και Πολωνία. Παραδείγματος χάριν, από τότε που μια περιφέρεια της Γερμανίας όρισε ως ελάχιστη επιτρεπόμενη απόσταση μεταξύ της ανεμογεννήτριας και της πλησιέστερης κατοικίας το 10πλάσιο του συνολικού ύψους της ανεμογεννήτριας (ήτοι απόσταση 2 χλμ.), δεν έχει λάβει νέες αιτήσεις για την κατασκευή αιολικών σταθμών. Ο αντίκτυπος του μέτρου ήταν να μειωθεί η έκταση που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία αιολικών πάρκων σε περίπου 0,3 % αντί της προβλεπόμενης επιφάνειας του 2 % και 3 % της περιοχής.

Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε και στην Πολωνία το 2016. Δεν έχει λάβει χώρα επίσημη εκτίμηση επιπτώσεων, αλλά από μελέτες44 προκύπτει ότι με τη διάταξη αυτή μειώθηκαν οι εκτάσεις που είναι επιλέξιμες για επενδύσεις σε αιολική ενέργεια σε μόλις 0,1 % της εθνικής επικράτειας, αντί της προβλεπόμενης επιφάνειας των 2,6 %, εφόσον μεταξύ των σταθμών και της οικιστικής περιοχής εκτείνεται μια ευρεία ζώνη ανάσχεσης μήκους 1 χιλιομέτρου.

 

 

4 Ιουλίου 2019

energypress