Ενεργειακό: Μια απαραίτητη συζήτηση ενόψει εκλογών

Στοχεύουμε να καταστούμε εξαγωγέας πράσινης ενέργειας στην Ευρώπη, αλλά την ίδια στιγμή αναγκαζόμαστε να περικόπτουμε την εγχώρια επειδή δεν έχουμε συστήματα αποθήκευσης και μπαταρίες.

Δεν θέλουμε τις ανεμογεννήτριες στο απέναντι βουνό γιατί μας κόβουν τη θέα, αλλά ούτε είμαστε υπέρ των υδρογονανθράκων γιατί θεωρούμε ότι τα ορυκτά καύσιμα αφορούν το χθες.

Αποδεχόμαστε όμως να πληρώνουμε κάθε χρόνο πάνω από 6 δισ ευρώ για εισαγωγές φυσικού αερίου και πετρελαίου, καθώς η Ελλάδα παραμένει από τις πιο εξαρτημένες πανευρωπαϊκά χώρες από τον «μαύρο χρυσό».

Κάποια στιγμή και τα τρία μεγάλα κόμματα που φιλοδοξούν να κυβερνήσουν θα πρέπει να τοποθετηθούν προεκλογικά πάνω στο ενεργειακό ζήτημα. Ένα θέμα που το ξεχάσαμε μετά την ενεργειακή κρίση και υφίσταται μόνο ως τίτλος στα προεκλογικά τους προγράμματα, αλλά κανείς δεν μπαίνει στην ουσία ώστε να εξηγήσει στην κοινή γνώμη τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν, τι κόστος έχουν και γιατί απαιτούν τη συμμετοχή όλων μας.

Ας δούμε τα θέματα στο ενεργειακό που προς το παρόν, μπαίνουν κάτω από το χαλάκι.

  1. Η νέα πραγματικότητα με την «πράσινη» ενέργεια. Το πρόβλημα που έχει εμφανιστεί τους τελευταίους μήνες, δηλαδή τις μέρες με πολύ ήλιο και άνεμο αλλά με ταυτόχρονη χαμηλή ζήτηση όπως τις μέρες των αργιών, να πρέπει το σύστημα να περικόψει ακόμη και το 50% της παραγόμενης ενέργειας από ΑΠΕ, για να μην ζήσουμε ένα μπλακ άουτ, είναι τεράστιο. Είναι η νέα πραγματικότητα της πράσινης μετάβασης, που προχωρά όπως στην Ελλάδα, έτσι και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δίχως μπαταρίες, που θα αποθηκεύουν την περίσσεια της ενέργειας, ώστε να χρησιμοποιείται όταν υπάρχει μεγάλη κατανάλωση ανάγκη. Το πρόβλημα χτυπά στην«καρδιά» της πράσινης μετάβασης. Ποιος επενδυτής θα δεχθεί να χάνει ολοένα και περισσότερα χρήματα, καθώς το πρόβλημα θα μεγεθύνεται όσο θα αυξάνεται η διείσδυση των ΑΠΕ; Γιατί να συνεχίσουν με τον ίδιο ρυθμό οι πράσινες επενδύσεις, όταν οι επενδυτές θα πληρώνονται με μικρότερα ποσά απ΄ ότι η ενέργεια που παράγουν; Ποια είναι η λύση; Τρεις δρόμοι υπάρχουν. Επιτάχυνση των διαγωνισμών για συστήματα αποθήκευσης, επιδότηση των παραγωγών με προσφορά σύνδεσης για αγορά μπαταρίας ή αλλαγή του ενεργειακού μείγματος με ψαλίδι στα φωτοβολταϊκά και ενίσχυση των αιολικών, τα οποία παράγουν πολύ περισσότερες ώρες ενέργεια και έχουν πολύ πιο ομαλή κατανομή μέσα στο 24ωρο. Όλα έχουν κόστος το οποίο ακουμπά τον καταναλωτή. Είναι λάθος να παριστάνουμε ότι όλα είναι ρόδινα, πως το πρόβλημα αφορούσε μόνο τις μέρες του Πάσχα και μετά να έρθει… η ανώμαλη προσγείωση.
  2. Οι αντιδράσεις στις ανεμογεννήτριες. Το αστείο με τις αντιδράσεις κατά των ΑΠΕ πρέπει να τελειώνει. Από την Σκύρο, το Παναχαϊκό στην Πάτρα και τον Ερύμανθο μέχρι τα Κύθηρα και τη Τήνο, τα τοπικά κινήματα πολλά, τα περισσότερα με την πολιτική κάλυψη του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος επιχειρεί να αλιεύσει ψήφους από τα αριστερά του και τον χώρο που χρόνια τώρα, κάνει ό,τι μπορεί για να υπονομεύσει τις επενδύσεις. Στα Άγραφα για παράδειγμα, παρόλο που οι τελικές άδειες είχαν βγει  από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, όταν άλλαξε η κυβέρνηση, άλλαξε γνώμη και ο ΣΥΡΙΖΑ. Καμία συζήτηση δεν έχει γίνει προεκλογικά για το ενεργειακό μείγμα που θέλουμε, και γιατί πρέπει να μας ενοχλεί η θέα της ανεμογεννήτριας στο απέναντι βουνό όταν αποδεδειγμένα δεν πλήττει το περιβάλλον και εξασφαλίζει φθηνότερο ρεύμα. Για να κατανοήσει και αποδεχθεί η κοινή γνώμη την ανάγκη της μετάβασης πρέπει να έχει όλα τα δεδομένα στα χέρια της. Τόσο για τα οφέλη, όσο και για το «πράσινο» κόστος. 
  3. Οι έρευνες για υδρογονάνθρακες. Κάθε χρόνο, οι Έλληνες πολίτες πληρώνουν για εισαγωγές φυσικού αερίου και πετρελαίου πάνω από 6 δισεκατομμύρια ευρώ. Όσοι αντιδρούν στις έρευνες για υδρογονάνθρακες στις ελληνικές θάλασσες, θα πρέπει να απαντήσουν κατά πόσο προτιμούν να συνεχίσουμε να πληρώνουμε αυτά τα 6 δισ. μέχρι την πλήρη απανθρακοποίηση της οικονομίας, δηλαδή έως το 2050, αντί να εξοικονομήσουμε μέρος από αυτά, αξιοποιώντας τυχόν εγχώρια κοιτάσματα. Ούτως ή άλλως η εξάρτηση της Ελλάδας, όπως και της υπόλοιπης Ευρώπης, από το φυσικό αέριο, αποτελεί μια πραγματικότητα που έστω και σε μικρότερο βαθμό, θα μας συνοδεύει ακόμη για δεκαετίες. Αν η εικόνα ήταν διαφορετική ούτε τα ξένα think tanks, ούτε οι μεγάλοι ενεργειακοί κολοσσοί δεν θα επισήμαιναν τη σημασία της περιοχής της Αν Μεσογείου (Ισραήλ, Κύπρος, Ελλάδα), ως τη μόνη πηγή τροφοδοσίας της ΕΕ με αέριο, το οποίο οι ευρωπαϊκές οικονομίες θα χρησιμοποιούν ως και τουλάχιστον το 2050.

Πριν μερικούς μήνες το ενεργειακό ήταν το νούμερο ένα θέμα. Σήμερα ουδείς ασχολείται, λες και το θέμα της χώρας λύθηκε. Οι πολίτες θέλουν να ακούσουν προτάσεις και τα επιχειρήματα που τις συνοδεύουν. Όπως θέλουν να μάθουν για τις θέσεις των κομμάτων πάνω στις πτυχές των μεγάλων θεσμικών, οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, έτσι θέλουν να ακούσουν και για το ενεργειακό.

(αναδημοσίευση από liberal.gr)

 

σ