Π. Κάπρος: Η μετάβαση στην καθαρή ενέργεια ως ευκαιρία οικονομικής ανάπτυξης στη χώρα.

10 12 2020 | 08:46

Πολλοί πιστεύουν ότι η εγκατάλειψη του λιγνίτη θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση και στην οικονομική δραστηριότητα ενώ παράλληλα θα αυξήσει την ενεργειακή εξάρτηση της χώρας. Είναι βέβαιο ότι χρειάζεται στήριξη η προσαρμογή στις περιοχές που παραγόταν ο λιγνίτης, όμως στο σύνολο της χώρας, η μετάβαση στην καθαρή ενέργεια θα αποτελέσει μεγάλη ευκαιρία οικονομικής ανάπτυξης, νέων παραγωγικών δραστηριοτήτων και απασχόλησης. 

Το σύστημα καθαρής ενέργειας, δηλαδή χωρίς εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από καύση ορυκτών καυσίμων, έχει τέσσερεις κύριες συνιστώσες: την εξοικονόμηση ενέργειας, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας σε θέρμανση και κίνηση και τα συνθετικά καύσιμα από βιομάζα και πράσινο υδρογόνο. 

Το σύστημα καθαρής ενέργειας στην ουσία υποκαθιστά τα ορυκτά καύσιμα, περιλαμβανομένων και του πετρελαίου και φυσικού αερίου, τα οποία είναι εισαγόμενα. Η υποκατάσταση γίνεται στην ουσία, άμεσα ή έμμεσα, από μηχανήματα και υλικά, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων παράγονται ήδη στη χώρα ή μπορούν να παράγονται ακόμα περισσότερο εγχώρια. 

Η εξοικονόμηση ενέργειας βασίζεται κυρίως σε επενδύσεις στα κτήρια, όπως οι μονώσεις, μηχανολογικά συστήματα στη βιομηχανία, και ψηφιακά συστήματα ελέγχου. Το μεγαλύτερο μέρος των συνολικών επενδύσεων για τη μετάβαση στην καθαρή ενέργεια θα γίνει στον τομέα των κτηρίων. Θα προσδώσουν μεγάλη τόνωση στην οικοδομή η οποία είναι εντάσεως εργασίας, και ταυτόχρονα έχει μεγάλο πολλαπλασιαστικό όφελος για πολλές εγχώριες βιομηχανίες. Πρόκειται για δραστηριότητες με μεγάλη προστιθέμενη αξία και απασχόληση, οι οποίες υπέφεραν και παράκμασαν κατά τη χρόνια της πρόσφατης κρίσης. 

Οι ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως τα ηλιακά, αιολικά και υδροηλεκτρικά συστήματα, επίσης απαιτεί μεγάλο όγκο επενδύσεων. Περισσότερο από το μισό κόστος κάθε επένδυσης σε ΑΠΕ αντιστοιχεί σε έργα πολιτικού μηχανικού, ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις και εργασίες τοποθέτησης, τα οποία δημιουργούν σχεδόν αποκλειστικά εγχώρια προστιθέμενη αξία και απασχόληση. Εισαγόμενα στοιχεία είναι τα φωτοβολταϊκά πάνελ και τα πτερύγια των ανεμογεννητριών. Η παραγωγή τους απαιτεί μεγάλες οικονομίες κλίμακας και υψηλή ποιότητα, και έτσι θα είναι δύσκολο να γίνεται εγχώρια. Όμως έχουν υπάρξει βιομηχανικές προσπάθειες και στην Ελλάδα, οι οποίες σταμάτησαν λόγω ελλιπούς στήριξης και ανεπαρκούς ζήτησης. Στις σημερινές όμως συνθήκες ωριμότητας της τεχνολογίας, πρέπει πάλι να γίνει προσπάθεια ανάπτυξης εγχώριας βιομηχανίας, η οποία κυρίως θα βασίζεται σε υπεργολαβία από μεγάλους οίκους.

Οι ΑΠΕ θα στηρίζονται όλο και περισσότερο σε συστήματα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, όπως οι μπαταρίες. Ήδη προβλέπονται και μεγάλα έργα αντλησιοταμίευσης τα οποία είναι έργα πολιτικού μηχανικού μεγάλης κλίμακας. Η ανάπτυξη των μπαταριών, η οποία προβλέπεται να είναι θεαματική στο μέλλον, μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για εγχώρια παραγωγή μέσω συμμετοχής της χώρας στη μεγάλη σχετική προσπάθεια εξευρωπαϊσμού της παραγωγής μπαταριών που είναι σε εξέλιξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήδη υπάρχουν στη χώρα πολύ επιτυχημένες παραγωγικές δραστηριότητες στον τομέα των μπαταριών. 

Η διάδοση της χρήσης ηλεκτρικής ενέργειας σε θέρμανση, βιομηχανία και στις μεταφορές χρειάζεται επενδύσεις σε δίκτυα, ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, ψηφιακά συστήματα και μηχανολογικό εξοπλισμό. Η χώρα διαθέτει ισχυρή βιομηχανία καλωδίων, ηλεκτρολογικού υλικού και μεγάλο δυναμικό παροχής υπηρεσιών ανάπτυξης και υποστήριξης ψηφιακών συστημάτων. Ο τομέας αυτός μπορεί να αποτελέσει μεγάλο πόλο προσέλκυσης επιχειρηματικής δραστηριότητας και υψηλού επιπέδου απασχόλησης, αλλά και παλινόστησης, νέων επιστημόνων. Η ανταγωνιστικότητα της χώρας είναι δεδομένη στον τομέα αυτό και μπορεί να αναπτυχθεί ακόμα περισσότερο. 

Οι ηλεκτρικές χρήσεις στη θέρμανση και βιομηχανία αντιστοιχούν σε μηχανολογικό εξοπλισμό και εργασίες τοποθέτησης που ήδη σήμερα αποδίδουν σημαντική εγχώρια προστιθέμενη αξία. Δεν υπάρχει όμως στη χώρα βιομηχανία αυτοκινήτων και οχημάτων. Η ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης, εκτός από τα δίκτυα και τις ψηφιακές υπηρεσίες που ήδη αναφέρθηκαν, πρέπει να θεωρηθεί ως ευκαιρία ανάπτυξης εγχώριας παραγωγικής δραστηριότητας επειδή νέα προϊόντα αναπτύσσονται και η παραγωγική δομή αναδιατάσσεται. Η αγορά του πολύ μικρού ηλεκτρικού οχήματος είναι μεταξύ των ευκαιριών και ήδη υπάρχουν επιχειρηματικές πρωτοβουλίες. 

Το λεγόμενο «πρασίνισμα» των αερίων και υγρών καυσίμων είναι ένα από τα μεγάλα στοιχήματα του μετασχηματισμού. Πρόκειται για αντικατάσταση του φυσικού αερίου και των υδρογονανθράκων από βιοαέριο, βιοκαύσιμα, υδρογόνο και συνθετικά καύσιμα. Τα τελευταία θα παράγονται από υδρογόνο το οποίο θα παράγεται από ΑΠΕ και από δέσμευση άνθρακα από διάφορες πηγές. Τα νέα αυτά καύσιμα αποτελούν μια μεγάλη ευκαιρία ανάπτυξης εγχώριας παραγωγικής δραστηριότητας και απασχόλησης. 

Η παραγωγή βιοαερίου και βιοκαυσίμων θα επιφέρει μεγάλη τόνωση της αγροτικής παραγωγής και θα αυξήσει την προστιθέμενη αξία σε αυτόν τον τομέα. Απαιτούνται επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, βιομηχανική οργάνωση και εκμεταλλεύσεις σε μεγάλη κλίμακα. Η μελλοντική βιομηχανία βιομάζας μπορεί να παράγει μέχρι και το 30% των ποσοτήτων φυσικού αερίου που διανέμεται στις πόλεις και αντίστοιχων ποσοτήτων υδρογονανθράκων που καταναλώνεται στον τομέα των μεταφορών, περιλαμβανομένης της ναυτιλίας. 

Τα ελληνικά διυλιστήρια διαθέτουν την τεχνογνωσία και τα κεφάλαια ώστε να μετασχηματιστούν σταδιακά σε βιο-διυλιστήρια σε συνδυασμό με παραγωγή συνθετικού μεθανίου και υδρογονανθράκων με βάση το πράσινο υδρογόνο. Με τον τρόπο αυτό, η μεγάλης οικονομικής σημασίας για τη χώρα βιομηχανία διυλιστηρίων δεν θα χαθεί μαζί με την εγκατάλειψη του πετρελαίου αλλά θα αναπτυχθεί ακόμα περισσότερο γιατί στην ουσία θα υποκαταστήσει εισαγόμενα καύσιμα και φυσικό αέριο από εγχωρίως παραγόμενα, δηλαδή το βιοαέριο, τα βιοκαύσιμα και το υδρογόνο από ΑΠΕ. Ήδη σήμερα αναπτύσσεται μεγάλης έκτασης χρηματοδότηση στο πλαίσιο της στρατηγικής για το υδρογόνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Όλες αυτές οι ευκαιρίες που αναφέρθηκαν αντιστοιχούν σε τεχνολογίες, ανθρώπινο δυναμικό και δυνατότητες που υπάρχουν στη χώρα και είναι εφικτή η περαιτέρω βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους. Οι επενδύσεις που αναφέρθηκαν μπορούν να τροφοδοτήσουν μία νέα δυναμική ανάπτυξης επιχειρηματικότητας και απασχόλησης σε τομείς πιο καθαρούς, πιο σύγχρονους και μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας από τον τομέα του λιγνίτη. 

Η πρόκληση είναι η χρηματοδότηση και η διαχείρισή της. Η μετάβαση προς την καθαρή ενέργεια αντιστοιχεί σε υπερδιπλασιασμό του όγκου των επενδύσεων συγκριτικά με το παλαιό μοντέλο του ενεργειακού συστήματος. Μεγάλο μέρος των επενδύσεων αυτών θα γίνονται από ιδιώτες για τα σπίτια, οχήματα και εξοπλισμούς, η στήριξη των οποίων είναι καίριας σημασίας για τη μόχλευση της μετάβασης, αλλά και την ενίσχυση των ευάλωτων καταναλωτών. Μεγάλες επενδύσεις πρέπει να προσανατολισθούν σε νέους τομείς όπως ο αγροτικός τομέας, τα δίκτυα, η παροχή ψηφιακών συστημάτων και νέα προϊόντα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι σχετικοί χρηματοδοτικοί μηχανισμοί έχουν ήδη προσανατολισθεί κατάλληλα και προβλέπουν μεγάλη αύξηση κονδυλίων. Η απορρόφησή τους στη χώρα δεν είναι όμως προφανής και απαιτεί σημαντική προετοιμασία και εξειδίκευση. Χρειάζεται προσοχή στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στη στήριξη νέων επιχειρήσεων και στην αποτελεσματική χρήση των πόρων. Η μετάβαση θα είναι αποδοτική και επιτυχημένη αν γίνει με στήριξη και ρύθμιση από το Κράτος αλλά όχι από επιχειρήσεις του Κράτους ή επιχειρήσεις που εξαρτώνται από το Κράτος. Η μετάβαση θα πρέπει κατ΄εξοχήν να είναι αποτέλεσμα της αγοράς στο πλαίσιο ελεύθερης οικονομία και επιχειρηματικότητας.

- Ο Παντελής Κάπρος είναι Καθηγητής Ενεργειακής Οικονομίας στο ΕΜΠ

 

 

10 Δεκεμβρίου 2020

energypress