Πράσινη Ταξινομία και ορυκτό αέριο - Τι σημαίνει για την Ελλάδα - Οι νέες μονάδες, οι κρατικές ενισχύσεις και το νέο ΕΣΕΚ

Στην εποχή της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, ο επίσημος χαρακτηρισμός μιας επένδυσης ως «πράσινης» ή όχι, είναι κομβικής σημασίας για τη χρηματοδότησή της. Αυτό εξηγεί άλλωστε και την ένταση διαρκείας που επικράτησε στις πολύμηνες διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των κρατών μελών γύρω από το θέμα, πριν την παρουσίαση στις 2 Φεβρουαρίου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή της εξουσιοδοτικής πράξης που συμπληρώνει τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό για τις βιώσιμες επενδύσεις (Πράσινη Ταξινομία).  

Πρόκειται για μια πράξη που εξακολουθεί να διχάζει την Ευρωπαϊκή Ένωση γύρω από δύο κατηγορίες επενδύσεων: τις μονάδες καύσης ορυκτού αερίου και τις πυρηνικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής. Παρά τη σφοδρή αντίσταση του περιβαλλοντικού χώρου ανά την Ευρώπη, αλλά και κρατών μελών όπως και πολιτικών ομάδων με πρωταγωνιστές τους Πράσινους, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έδωσε την «πράσινη» σφραγίδα και στις δύο κατηγορίες επενδύσεων, στέλνοντας έτσι ένα άκρως επικίνδυνο μήνυμα για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πορεία προς την κλιματική ουδετερότητα. 

 

Απομένει η έγκριση των κρατών μελών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Για να ανατραπεί όμως η πρόταση της Κομισιόν απαιτείται είτε πλειοψηφία τουλάχιστον 20 κρατών μελών που να αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 65% του πληθυσμού της ΕΕ-27, είτε πλειοψηφία 353 ευρωβουλευτών στο Ευρωκοινοβούλιο. Σε ό,τι αφορά το πρώτο ενδεχόμενο, εκτός από τη δυσκολία της συγκρότησης μιας τόσο ενισχυμένης πλειοψηφίας, οι πιθανότητες ανατροπής περιορίζονται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι η Κομισιόν υιοθέτησε σχεδόν πλήρως τις προτάσεις της Γερμανίας για το ορυκτό αέριο. Έχοντας δεσμευθεί η ίδια πριν λίγες εβδομάδες για μηδενισμό των εκπομπών στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής ως το 2035 στηριζόμενη στις ΑΠΕ και το πράσινο υδρογόνο, η Γερμανία αποδέχτηκε την κεντρική φιλοσοφία της πρότασης της Κομισιόν για δραστικό περιορισμό των χρηματοδοτήσεων στο ορυκτό αέριο, κάνοντας μικρές μόνο αλλαγές. Αν και θεωρητικά είναι πιο εύκολο να προκύψει ανατροπή στο Ευρωκοινοβούλιο, η αριθμητική των πολιτικών ομάδων που θα δώσει 353 «όχι» είναι αρκετά περίπλοκη. Με αυτά τα δεδομένα είναι πιθανό να υιοθετηθεί τελικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όπως αυτή παρουσιάστηκε.  

Κι ενώ ο δημόσιος διάλογος ως τώρα στην Ευρώπη επικεντρώθηκε στο δίλημμα αν θα θεωρούνται τέτοιες υποδομές «πράσινες» ή όχι, λίγη προσοχή δόθηκε στους ακριβείς όρους που τίθενται πλέον επισήμως από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να συμβεί κάτι τέτοιο.     

Όροι για να χαρακτηριστεί μια νέα μονάδα ορυκτού αερίου «πράσινη» 

Σύμφωνα λοιπόν με την εξουσιοδοτική πράξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής ή συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας υψηλής απόδοσης με καύσιμο το ορυκτό αέριο θα αποκτούν την πράσινη «σφραγίδα» μόνο αν η κατασκευή τους ξεκινήσει ως το 2030 και μόνο αν πληρούν ταυτόχρονα καθέναν από τους ακόλουθους επτά όρους:   

  1. Οι εκπομπές Αερίων Θερμοκηπίου (ΑΘ) να είναι χαμηλότερες από 270 γραμμάρια διοξειδίου του άνθρακα ανά κιλοβατώρα παραγόμενης ενέργειας (270 gr CO2/KWh), το όριο εκπομπών ΑΘ δηλαδή το οποίο έχει οριστεί ως συμβατό με την αρχή της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης», ή, εναλλακτικά, η μονάδα να εκπέμπει λιγότερο από 550 κιλά διοξειδίου του άνθρακα ανά κιλοβάτ ισχύος τον χρόνο κατά μέσο όρο σε διάρκεια εικοσαετίας· 
  2. Να είναι αδύνατη η αντικατάσταση της ίδιας ισχύος από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, γεγονός που θα πρέπει να επιβεβαιωθεί μετά από συγκριτική ανάλυση και διαβούλευση με φορείς· 
  3. Η νέα μονάδα να υποκαθιστά μια άλλη πιο ρυπογόνο που χρησιμοποιεί στερεά ή υγρά ορυκτά καύσιμα· 
  4. Η ισχύς της νέας μονάδας να μην είναι μεγαλύτερη από αυτή της υφιστάμενης εκτός αν πρόκειται για μονάδα ηλεκτροπαραγωγής όπου η ισχύς της νέας μονάδας επιτρέπεται να ξεπερνά αυτή της υφιστάμενης κατά (έως και) 15%·
  5. Να αποδεικνύεται η δυνατότητα της νέας μονάδας για συνδυασμένη χρήση του ορυκτού αερίου με άλλα αέρια καύσιμα χαμηλού ή μηδενικού άνθρακα όπως το πράσινο υδρογόνο, ενώ παράλληλα να υπάρχουν δεσμεύσεις και σχέδιο από την εταιρεία -που θα εγκριθούν από διαχειριστική αρχή- για 100% αλλαγή καυσίμου ως τις 31 Δεκεμβρίου 2035· 
  6. Η αντικατάσταση που προκύπτει από τη νέα υποδομή να οδηγεί σε μείωση κατά τουλάχιστον 55% εκπομπών ΑΘ ανά κιλοβατώρα παραγόμενης ενέργειας σε όλη τη διάρκεια ζωής της μονάδας και σε σύγκριση με την εναλλακτική·
  7. Το κράτος μέλος στο οποίο θα εγκατασταθεί η νέα υποδομή να έχει δεσμευτεί σε απεξάρτηση από τον λιγνίτη και τον λιθάνθρακα και αυτό να αποτυπώνεται στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) ή σε άλλο επίσημο κείμενο. 

Η εξουσιοδοτική πράξη της Κομισιόν επομένως «ανέχεται» νέες μονάδες ορυκτού αερίου ως το 2030, μόνο όταν αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει καμία καθαρή εναλλακτική, μόνο όταν οι νέες υποδομές υποκαθιστούν λιγνίτη, λιθάνθρακα ή πετρέλαιο, μόνο αν το κράτος μέλος έχει δεσμευτεί σε συγκεκριμένη ημερομηνία απολιγνιτοποίησης, και μόνο όταν υπάρχει ρητή δέσμευση και σχέδιο της εταιρείας που λειτουργεί τη νέα μονάδα για εξολοκλήρου αντικατάσταση του ορυκτού αερίου από ανανεώσιμα αέρια καύσιμα ως το 2035. 

Είναι επίσης σαφές ότι οι διεκδικήσεις πολλών κρατών μελών και των συντηρητικών πολιτικών ομάδων που επιθυμούσαν πιεστικά μια στροφή από τον λιγνίτη και λιθάνθρακα στο ορυκτό αέριο, έπεσαν στο κενό. Πιο συγκεκριμένα, το όριο των 270 gr CO2/KWh για τις νέες μονάδες που τελικά τέθηκε είναι πολύ χαμηλότερο από αυτό των 340 gr CO2/KWh της Γαλλικής συμβιβαστικής πρότασης ή ακόμα και των 380 gr CO2/KWh που ζητούσαν από τους αρμόδιους Επιτρόπους 80 ευρωβουλευτές από τέσσερις πολιτικές ομάδες (EPP, S&D, ECR, Renew) με επικεφαλής τον πρώην πρωθυπουργό της Πολωνίας Jerzy Buzek του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (EPP), τον Απρίλιο του 2021. To ίδιο ακριβώς συνέβη και με το όριο εκπομπών για την παραγωγή υδρογόνου με την Κομισιόν να αποκλείει τις πιο ρυπογόνες τεχνολογίες παρά το επίμονο αίτημα των 80 ευρωβουλευτών. Εξαίρεση αποτελεί μόνο η αποδοχή του αιτήματος παράτασης της μεταβατικής περιόδου για τις νέες μονάδες ορυκτού αερίου από το 2025 που ήταν αρχικά, στο 2030.      

Μπορεί λοιπόν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να στέλνει ένα επικίνδυνο μήνυμα επιτρέποντας τις επενδύσεις σε νέες μονάδες αερίου, ωστόσο οι όροι που θέτει, καθιστούν τη χρηματοδότησή τους ιδιαίτερα δύσκολη στην πράξη. 

Τι σημαίνουν όμως οι νέοι αυτοί όροι για την Ελλάδα ειδικότερα; 

Καταρχάς, όπως προκύπτει από τη συνδυασμένη ανάλυση των επίσημων στοιχείων του ΑΔΜΗΕ και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος, η μέση ένταση άνθρακα των ελληνικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο ορυκτό αέριο το 2020 ήταν 382 gr CO2/KWh, ενώ καμία μονάδα δεν εξέπεμψε λιγότερο από 366 gr CO2/KWh. Ακόμα και η νέα μονάδα υψηλής απόδοσης που είναι αυτή τη στιγμή υπό κατασκευή και σχεδιάζεται να τεθεί σε λειτουργία εντός του 2022 θα εκπέμπει 332,3 gr CO2/KWh σύμφωνα με τη σχετική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ). Το ίδιο  ισχύει και για τις άλλες τρεις αδειοδοτημένες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής ορυκτού αερίου συνολικής ισχύος 2,15GW, οι οποίες εκτιμάται ότι θα έχουν ένταση άνθρακα από 321 έως και 380 gr CO2/KWh, σύμφωνα με τις αντίστοιχες ΜΠΕ. Συνεπώς καμία από τις υφιστάμενες μονάδες ή την υπό κατασκευή μονάδα ή τις τρεις σχεδιαζόμενες και ήδη αδειοδοτημένες μονάδες, δεν θα ήταν επιλέξιμες για χρηματοδότηση ως «πράσινες» επενδύσεις αν η κατασκευή τους ξεκινούσε σήμερα. Κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό μόνο αν η Κομισιόν υιοθετούσε τη Γαλλική συμβιβαστική πρόταση που επέτρεπε εκπομπές ως και 340 gr CO2/KWh, πράγμα που τελικά δεν συνέβη.

Με τα νέα δεδομένα που δημιουργεί η πράξη της Κομισιόν, η χρηματοδότηση των συγκεκριμένων μονάδων αερίου στην Ελλάδα προϋποθέτει δομικές αλλαγές στους περιβαλλοντικούς τους όρους. Πιο συγκεκριμένα, απαιτείται η απόδειξη ότι οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής μπορούν να λειτουργούν με μίγμα ορυκτού αερίου και άλλων καθαρότερων αερίων καυσίμων όπως το πράσινο υδρογόνο, αλλά κυρίως η δέσμευση ότι η πλήρης απαλλαγή από το ορυκτό αέριο θα γίνει ως το 2035. Ως τότε οι μονάδες θα έχουν δύο επιλογές. Η πρώτη είναι να χρησιμοποιούν μίγμα καυσίμου έτσι ώστε οι εκπομπές τους να βρίσκονται κάτω από το όριο των 270 gr CO2/KWh. Πρακτικά αυτό σημαίνει συμμετοχή πράσινου υδρογόνου κατά περίπου 35% στο μίγμα καυσίμου από την αρχή. Με δεδομένο ότι η αγορά πράσινου υδρογόνου δεν είναι ακόμα ώριμη, κάτι τέτοιο πρέπει να θεωρείται αδύνατο στο άμεσο μέλλον. Εναλλακτικά, οι νέες μονάδες μπορούν να χρησιμοποιούν μόνο ορυκτό αέριο και να υπερβαίνουν το όριο των 270 grCO2/KWh αλλά με την προϋπόθεση ότι εκπέμπουν ετησίως λιγότερο από 550 κιλά CO2 ανά εγκατεστημένο KW. Για μια μονάδα ισχύος 600 MW που εκπέμπει όσο η πιο σύγχρονη μονάδα αερίου της χώρας, ο παραπάνω περιορισμός μεταφράζεται σε παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας κάτω από 1 TWh τον χρόνο κατά μέσο όρο. Προφανώς μια τόσο περιορισμένη χρήση, δυσχεραίνει ιδιαίτερα την απόσβεση της επένδυσης ειδικά για τόσο υψηλές τιμές προμήθειας ορυκτού αερίου όπως οι σημερινές.        

Πρόβλημα θα αντιμετωπίσει και η χρηματοδότηση των σχεδίων της ΔΕΗ για την αντικατάσταση της νέας λιγνιτικής μονάδας «Πτολεμαΐδα 5» από μονάδα ορυκτού αερίου ισχύος 1000 MW ως το 2025. Κι αυτό ανεξαρτήτως από το αν η τεχνολογία και το μίγμα καυσίμου που θα χρησιμοποιηθούν, θα οδηγούν σε ένταση άνθρακα κάτω του ορίου των 270 gr CO2/KWh.  Ακόμα και αν η νέα λιγνιτική μονάδα ισχύος 660 MW λειτουργήσει μόνο για ηλεκτροπαραγωγή (και όχι για τηλεθέρμανση), η μονάδα αερίου που θα την αντικαταστήσει ως το 2025, δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί ως «πράσινη» επένδυση, αν έχει ισχύ μεγαλύτερη από 759 MW (15% υπέρβαση των «υφιστάμενων» 660 ΜW). 

Οι κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής         

Επιπλέον προσκόμματα στη χρηματοδότηση νέων μονάδων ορυκτού αερίου μπαίνουν και από τις νέες κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις κρατικές ενισχύσεις. Ειδικότερα, για να επιτραπεί πλέον σε ένα κράτος μέλος να ενισχύσει νόμιμα υποδομές ορυκτού αερίου θα πρέπει να είναι σε θέση τεκμηριώσει ότι η επένδυση είναι συμβατή με τους κλιματικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης όχι μόνο για το μακρινό 2050 αλλά και για το 2030. Επιπλέον, θα πρέπει να αποτυπώνει σε ένα εθνικό σχέδιο απανθρακοποίησης συγκεκριμένους δεσμευτικούς στόχους στην πορεία πλήρους απεξάρτησης από όλα τα ορυκτά καύσιμα καθώς και πώς ακριβώς θα αποφευχθεί το «κλείδωμα» του ενεργειακού μοντέλου της χώρας στο ορυκτό αέριο σε βάθος χρόνου. 

Η Ελλάδα βρίσκεται κοντά στο να αποκτήσει ένα τέτοιο σχέδιο απανθρακοποίησης μέσω του νέου κλιματικού της νόμου ο οποίος θέτει στόχο μείωσης καθαρών εκπομπών ΑΘ κατά τουλάχιστον 55% ως το 2030 σε σχέση με τα επίπεδα του 1990 και πλήρη κλιματική ουδετερότητα ως το 2050. Ωστόσο τα σχέδια για νέες μονάδες ορυκτού αερίου, μερικά από τα οποία έχουν ήδη αδειοδοτηθεί, δεν συνάδουν με αυτούς τους στόχους, οπότε η έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κρατικών ενισχύσεων για τη λειτουργία μονάδων ορυκτού αερίου θα είναι από δύσκολη έως αδύνατη. 

Ενόψει λοιπόν της αναθεώρησης του ΕΣΕΚ είναι απαραίτητο να ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψη το αρνητικό χρηματοδοτικό περιβάλλον για νέες μονάδες ορυκτού αερίου που δημιουργούν τόσο οι νέες κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις όσο και η εξουσιοδοτική πράξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που συνοδεύει τον Κανονισμό της Πράσινης Ταξινομίας.

Το πραγματικό «μεταβατικό» καύσιμο στη μεταλιγνιτική εποχή που ήδη διανύουμε είναι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σε συνδυασμό με τις τεχνολογίες αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας. Εκτός από μονόδρομο για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, αποτελεί πλέον και τη μόνη χρηματοδοτικά επιλέξιμη εναλλακτική για το ενεργειακό μέλλον της χώρας.

-------------

Ο Νίκος Μάντζαρης είναι αναλυτής πολιτικής, The Green Tank