Βρώμικα μυστικά πίσω από τις πράσινες ετικέτες «Ανακυκλωμένα υλικά». «Μηδενικό αποτύπωμα». «Χημικά χωρίς τοξικά». Πόσο αληθινές είναι οι οικολογικές διακηρύξεις στα προϊόντα; Οπως δείχνουν οι έρευνες, όχι και πολύ

«Μπουκάλια που αποτελούνται από 30% ανακυκλωμένο πλαστικό», «T-shirts με ανακυκλωμένο ύφασμα», «αντηλιακά που δεν επιβαρύνουν το θαλάσσιο περιβάλλον», «απορρυπαντικά με μη τοξικά στοιχεία», «αυτοκίνητα με χαμηλότερες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου» και «διηπειρωτικά ταξίδια με ελάχιστο αποτύπωμα στο περιβάλλον και το κλίμα», η ζωή μας έχει γεμίσει από… οικολογικά προϊόντα ή καλύτερα από προϊόντα που ισχυρίζονται πως είναι φιλικά προς το περιβάλλον. Καθώς το ενδιαφέρον των πολιτών για την κλιματική αλλαγή και την προστασία της φύσης, ειδικά στις νέες γενιές, διευρύνεται, επηρεάζονται και οι καταναλωτικές τους επιλογές. «Oλο και περισσότεροι καταναλωτές είναι ευαισθητοποιημένοι για ανάληψη δράσης με στόχο τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής και τις συνέπειες που έχει ένα προϊόν στο περιβάλλον και θέτουν και αυτή την πλευρά ως κριτήριο στις αγορές τους», λέει στην «Κ» η νομικός κ. Βίκυ Τζέγκα, από την Eνωση Καταναλωτών για την Ποιότητα Ζωής. (ΕΚΠΟΙΖΩ). «Το πρόβλημα είναι πως πολλές εταιρείες αντί να ανταποκριθούν ουσιαστικά σε αυτή την τάση, απλά προσπαθούν να κρύψουν τις επιβλαβείς συνέπειες των προϊόντων τους ή να φιλοτεχνήσουν ψευδώς μια “πράσινη” εικόνα, εις βάρος των πραγματικά βιώσιμων εταιρειών», συμπληρώνει.

Πρόκειται για το γνωστό greenwashing, το πράσινο – περιβαλλοντικό ξέπλυμα με την παρουσίαση ψευδοοικολογικών χαρακτηριστικών και περιβαλλοντικών ισχυρισμών, δηλαδή δηλώσεων πως το τάδε προϊόν δεν προκαλεί βλάβη στη φύση. Βεβαίως δεν ισχύει ό,τι δηλώσεις. Και δυστυχώς δεν πρόκειται για εξαιρέσεις. Eρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2020 κατέδειξε πως το 53,3% των περιβαλλοντικών ισχυρισμών που εξετάστηκαν ήταν ασαφείς και παραπλανητικοί, ενώ το 40% ήταν αβάσιμοι.

Από την κατηγορία αυτή δεν έχουν λείψει και μεγάλα σκάνδαλα, όπως για παράδειγμα η οργανωμένη προσπάθεια μεγάλων αυτοκινητοβιομηχανιών της Ευρώπης (και όχι μόνο) να παραποιήσουν τα στοιχεία εκπομπών καυσαερίων των πετρελαιοκίνητων αυτοκινήτων, στο πλαίσιο μιας εκστρατείας πλασαρίσματος θηριωδών SUV ή άλλων οχημάτων ως «πράσινων»… Ας δούμε ορισμένους από τους βασικούς τρόπους «πράσινου ξεπλύματος»:

«Κλιματική ουδετερότητα»

Σε πολλές περιπτώσεις βλέπουμε προϊόντα ή υπηρεσίες να διαφημίζονται ως «κλιματικά ουδέτερα» ή και «κλιματικά θετικά», δηλαδή πως δεν επιβαρύνουν την ατμόσφαιρα με εκπομπές αερίων θερμοκηπίου. Από ταξίδια, συνέδρια και γάμους, μέχρι τρόφιμα, ρούχα, ακόμη και ολόκληρες εταιρείες. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτοί οι ισχυρισμοί δεν βασίζονται σε πραγματικές μειώσεις των εκπομπών αερίων, μέσω αλλαγών ή μειώσεων στη δραστηριότητα ή στην παραγωγή των εταιρειών, αλλά στην αγορά αντισταθμιστικών «μονάδων», με βάση τη λογική του «συμψηφισμού» (offsetting). Δηλαδή, η εταιρεία συνεχίζει λίγο-πολύ τη δράση της όπως πριν, αλλά ισχυρίζεται πως δίνει χρήματα για ένα πρόγραμμα δενδροφύτευσης στη Νότια Αμερική ή στην Ασία, το οποίο θα οδηγήσει σε απορρόφηση τόσων τόνων διοξειδίου του άνθρακα, άρα… πατσίσαμε.

Πρόσφατα διεθνής δημοσιογραφική έρευνα με τη συμμετοχή της βρετανικής εφημερίδας Guardian, της γερμανικής Die Ziet και του δημοσιογραφικού οργανισμού SourceMaterial, έδειξε ότι πάνω από το 90% των βεβαιώσεων (πιστώσεων) «κλιματικής αντιστάθμισης» που πωλούσε η μεγαλύτερη στον κόσμο σχετική εταιρεία Verra (είχε έως και το 75% των πιστοποιητικών) δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Δηλαδή τα διαφημιζόμενα προγράμματα μέσα στα δάση της βροχής δεν οδηγούσαν σε πραγματικές μειώσεις εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Μεγάλες εταιρείες, όπως η Gucci, η Salesforce, η BHP, η Shell, η EasyJet, ακόμα και το μουσικό συγκρότημα Pearl Jam, ήταν ανάμεσα στους πελάτες της Verra. Σε άλλες περιπτώσεις «πράσινου πλυντηρίου» κάποιες εταιρείες υπόσχονται πως θα γίνουν κλιματικά ουδέτερες στο μέλλον, σε 30 χρόνια, ένα μεγάλο και κρίσιμο χρονικό διάστημα, χωρίς μάλιστα να αναφέρουν συγκεκριμένες δεσμεύσεις ή να αναλαμβάνουν συνέπειες εάν δεν ικανοποιήσουν την υπόσχεσή τους.

Πράσινο περιτύλιγμα

Οι περισσότερες διαφημίσεις λαμβάνουν υπόψη τις περιβαλλοντικές ευαισθησίες των πολιτών. Eτσι, για παράδειγμα, τα αυτοκίνητα, ακόμα και ενεργοβόρα οχήματα, παρουσιάζονται συνήθως μέσα σε δάση ή σε ειδυλλιακά φυσικά τοπία. Το πράσινο είναι το χρώμα που «ντύνει» πολλές διαφημίσεις, οδηγώντας σε συνειρμούς πως το συγκεκριμένο προϊόν είναι φιλικό προς το περιβάλλον.

Ταυτόχρονα, οι συσκευασίες ή οι παρουσιάσεις των προϊόντων είναι γεμάτες με «πράσινους» ισχυρισμούς: «Δεν περιέχει τοξικές ουσίες» ή άλλες επιβλαβείς για το περιβάλλον ενώσεις, «αποτελείται από ανακυκλωμένο υλικό», «καταναλώνει λιγότερη ενέργεια» ή «χρειάστηκε λιγότερη ενέργεια για την παραγωγή του» κ.λπ. Σε άλλες περιπτώσεις απλώς υπάρχουν κατάλληλα επίθετα: «Πράσινο», «Οικολογικό» ή ακόμα πιο ευφάνταστα όπως «με οικολογικό σχεδιασμό» (eco-design). Σε πρόσφατη απογραφή περισσότερων των 1.000 προϊόντων στην Ευρωπαϊκή Ενωση καταγράφηκε πως το 80% αυτών συνοδεύεται από κάποιον πράσινο ισχυρισμό. «Αυτό μπορεί να προκαλέσει μεγάλη σύγχυση και, σε πολλές περιπτώσεις, δεν δικαιολογείται. Πολλοί από αυτούς τους ισχυρισμούς είναι πολύ ασαφείς και αδιαφανείς για να είναι αξιόπιστοι», σημειώνει άρθρο στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Περιβαλλοντικού Γραφείου. «Πολύ γενικοί πράσινοι ισχυρισμοί όπως “πράσινο”, “οικολογικό” και παρόμοια θα πρέπει να απαγορευθούν, εκτός εάν η βιωσιμότητα ολόκληρου του προϊόντος ή της υπηρεσίας αποδεικνύεται από τις πιο ισχυρές πιστοποιήσεις. Οι περιβαλλοντικοί ισχυρισμοί θα πρέπει να επιτρέπονται μόνο εάν υπάρχει σχετική μέθοδος αξιολόγησης σε ευρωπαϊκό ή εθνικό επίπεδο», συμπληρώνεται. Ο έλεγχος πρέπει να είναι διαρκής και διαφανής, καθώς οι προσπάθειες αποφυγής του δεν σταματούν. Πρόσφατα, για παράδειγμα, η Νορβηγική Αρχή Καταναλωτών ανακάλυψε ότι ο οργανισμός Higg, που πιστοποιούσε για τη βιωσιμότητα υλικών (κυρίως αυτών που χρησιμοποιούνται στην κλωστοϋφαντουργία), συνέβαλλε στην παραπλάνηση των καταναλωτών, με αστήριχτες διαβεβαιώσεις.

Σήματα… αναξιοπιστίας

Σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ενωση υπάρχουν πάνω από 230 οικολογικά σήματα, σε ευρωπαϊκό ή εθνικό επίπεδο, κι αυτό χωρίς να συνυπολογίσουμε όλες τις ειδικές ετικέτες για τρόφιμα. Ο καταιγισμός σημάτων περισσότερο προκαλεί σύγχυση και παραπληροφόρηση, διευκολύνοντας να κρύβονται και μη βιώσιμες και φιλικές προς το περιβάλλον επιλογές. Ταυτόχρονα, μέσα στην παραζάλη των πολλών ετικετών υποβαθμίζεται και ο ρόλος σημάτων, όπως το οικολογικό σήμα της Ε.Ε., που –σύμφωνα με πολλές περιβαλλοντικές και καταναλωτικές οργανώσεις– ακολουθεί αξιόπιστες διαδικασίες. Ενα αξιόπιστο και ανοικτό στον έλεγχο από την κοινωνία σύστημα πιστοποίησης των οικολογικών σημάτων θεωρείται απαραίτητο. Το Ευρωπαϊκό Περιβαλλοντικό Γραφείο σημειώνει πως θα μπορούσε να δημιουργηθεί από την Ε.Ε. μια «λευκή λίστα» ετικετών, όπου θα περιλαμβάνονται μόνο όσες έχουν επιβεβαίωση από μια ευρωπαϊκή αρχή για την αξιοπιστία τους. Μία άλλη μέθοδος greenwashing είναι η παρουσίαση επιμέρους πράσινων δραστηριοτήτων σε άσχετους τομείς από το κύριο έργο των εταιρειών. «Βλέπουμε εταιρείες που καταστρέφουν σε ευρεία κλίμακα τη βιοποικιλότητα να διαφημίζουν την ανακύκλωση χαρτιού και νερού, που κάνουν στα γραφεία τους. Εξορυκτικές εταιρείες με βαρύ αποτύπωμα στο περιβάλλον να προβάλλουν την εξοικονόμηση ενέργειας στους χώρους τους. Οταν δεν προχωράς σε σοβαρές αλλαγές στην κύρια δραστηριότητα της εταιρείας, που βασικά καθορίζει τις επιπτώσεις της στο περιβάλλον, τότε όλα αυτά περισσότερο συγκαλύπτουν παρά βοηθούν. Δείτε τι γίνεται με τις εταιρείες πετρελαίου, που επιμένουν να μαυρίζουν το μέλλον του πλανήτη. Εχουμε φτάσει στο σημείο να παλεύουμε για το αυτονόητο. Για παράδειγμα, έγινε ολόκληρη προσπάθεια για να πείσουμε να μην είναι πετρελαϊκές εταιρείες χορηγοί στη Διάσκεψη του ΟΗΕ για το κλίμα στο Εδιμβούργο το 2021», λέει στην «Κ» ο Νίκος Χαραλαμπίδης, διευθυντής του γραφείου της Greenpeace στην Ελλάδα. «Σε κάθε περίπτωση πρέπει να βλέπουμε το συνολικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα μιας εταιρείας, μιας υπηρεσίας ή ενός προϊόντος και μάλιστα στο σύνολο του κύκλου εργασιών», συμπληρώνει.

Ευρωπαϊκός κανονισμός

Καθώς η κατάσταση «έχει ξεφύγει» σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έθεσε σε δημόσια διαβούλευση μέχρι τις 25/5/2023 την οδηγία για τους «πράσινους ισχυρισμούς» (Green Claims Directive), η οποία μετά θα συζητηθεί στο ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για να καταλήξει σε νομοθετική ρύθμιση. Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Καταναλωτών (BEUC) η πρόταση της Κομισιόν ζητάει από τις εταιρείες να πιστοποιούν σε εγκεκριμένους φορείς τις όποιες «πράσινες» διαβεβαιώσεις τους και τα σήματα που φέρουν, ενώ απαγορεύει τους ισχυρισμούς για «κλιματική ουδετερότητα» ή μελλοντική προσαρμογή, ειδικά όταν βασίζονται αποκλειστικά σε συστήματα αντιστάθμισης άνθρακα. Επίσης, περιλαμβάνονται ρυθμίσεις για τον περιορισμό των πρακτικών πρόωρης απαξίωσης προϊόντων. «Η πρόσφατα εγκριθείσα πρόταση της Επιτροπής αποτελεί ένα σημαντικό βήμα. Η νομοθετική πρόβλεψη όσον αφορά την επιβολή υψηλών προστίμων από τις αρμόδιες αρχές στις περιπτώσεις παραπλανητικών “πράσινων ισχυρισμών” και η δυνατότητα άσκησης αντιπροσωπευτικής αγωγής από τις ενώσεις καταναλωτών είναι προς τη σωστή κατεύθυνση», σχολιάζει η κ. Τζέγκα.

«Η Ε.Ε. έρχεται να θεσμοθετήσει κανόνες διαφάνειας και να τοποθετήσει παρατηρητές που θα ελέγχουν τις εταιρείες πιστοποίησης. Ελπίζω η ευρωπαϊκή νομοθεσία να λάβει μέτρα ώστε να μην πάμε σε μια νέα φάμπρικα πιστοποιήσεων και να μην οδηγηθούμε σε απλώς πιο εκλεπτυσμένο, πιο σοφιστικέ greenwashing. Το θέμα είναι οι εταιρείες να συνειδητοποιήσουν πως δεν μπορεί κανείς να συνεχίσει με business as usual, εν μέσω κλιματικής αλλαγής και κατάρρευσης της βιοποικιλότητας», καταλήγει ο κ. Χαραλαμπίδης.

Το κόλπο της γρήγορης απαξίωσης των προϊόντων

Μια κρυφή πληγή για το περιβάλλον, αλλά και για την τσέπη των καταναλωτών, είναι η γρήγορη απαξίωση των προϊόντων που υποχρεώνει σε συχνή αντικατάστασή τους, με αποτέλεσμα σπατάλη πολύτιμων φυσικών πόρων, δημιουργία δύσκολα διαχειρίσιμων αποβλήτων και οικονομική επιβάρυνση των πολιτών. Η ταχύτατη απαξίωση των προϊόντων δεν γίνεται μόνο μέσω της μόδας, όπου υπάρχει δικαίωμα επιλογής, αλλά και μέσω πρακτικών που επιβάλλουν στον καταναλωτή την αλλαγή. 

Πριν από μερικές μέρες ανακοινώθηκε μια σημαντική επιτυχία 10 ευρωπαϊκών καταναλωτικών οργανώσεων, μεταξύ αυτών και των ελληνικών ΕΚΠΟΙΖΩ και ΚΕΠΚΑ. Η εταιρεία Nintendo υποχρεώθηκε σε δέσμευση δωρεάν επισκευής της παιχνιδοκονσόλας Nintendo Switch προς όλους, ακόμη και μετά τη διάρκεια της νόμιμης εγγύησης. Είχε προηγηθεί τον Ιανουάριο 2021 καταγγελία των καταναλωτικών οργανώσεων, με βάση αναφορές από 25.000 πολίτες πανευρωπαϊκά, σύμφωνα με την οποία τα χειριστήρια Joy-Cons της Νintendo παρουσίαζαν πρόβλημα λόγω λάθος σχεδιασμού, συνήθως εντός διαστήματος δύο ετών, χωρίς να δίνεται η δυνατότητα αλλαγής ή επιδιόρθωσης του χειριστηρίου, υποχρεώνοντας τους πολίτες σε αγορά νέου προϊόντος. 

Oπως σημειώνει το Ευρωπαϊκό Περιβαλλοντικό Γραφείο, υπάρχει «σκόπιμος περιορισμός της διάρκειας ζωής των προϊόντων τους, κάτω από αυτό που θα ήταν τεχνικά δυνατό, για να τονωθεί η αγορά νέων προϊόντων: αυτό ονομάζεται πρόωρη απαξίωση και είναι ανησυχητικά διαδεδομένη σήμερα, ειδικά όταν πρόκειται για ηλεκτρονικά». Οι πρακτικές αυτές είναι δύσκολο να αποδειχθούν, αλλά ανιχνεύεται όλο και πιο συχνά χρήση πλαστικών εξαρτημάτων χαμηλής ποιότητας, με αποτέλεσμα γρήγορη φθορά. Επίσης, σε εκτυπωτές εμφανίζεται μήνυμα πως η συσκευή έχει φτάσει στο τέλος της δυνατότητας επιδιόρθωσής της, απλά και μόνο γιατί χρειάζονται αλλαγή τα δοχεία μελάνης. Μάλιστα, σε εταιρείες εκτυπωτών έχουν επιβληθεί πρόστιμα για τέτοια αποπροσανατολιστικά μηνύματα. 

Αντίστοιχα, χρησιμοποιείται και ο περιορισμός της διάρκειας ζωής του λογισμικού. Eχουν καταγγελθεί περιπτώσεις πως εταιρείες δεν παρέχουν τις απαραίτητες ενημερώσεις λογισμικού για την καλή λειτουργία του προϊόντος, ακόμη κι αν αυτό είναι σε τέλεια κατάσταση. «Μεγάλες μάρκες παρέχουν υποστήριξη λογισμικού μόνο για μερικά χρόνια, ακόμη και για συσκευές όπως τηλεοράσεις και πλυντήρια ρούχων, που αντέχουν για πολύ περισσότερο», σημειώνει το Ευρωπαϊκό Περιβαλλοντικό Γραφείο.

Χωρίς επισκευή

Το ίδιο αποτέλεσμα έχουν και οι πρακτικές που δυσκολεύουν πολύ τις επισκευές ορισμένων συσκευών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα περισσότερα σύγχρονα smartphones, που έχουν ενσωματωμένη την μπαταρία στη συσκευή και δεν επιτρέπουν μια εύκολη αλλαγή της όταν εξαντληθεί, παρά υποχρεώνουν σε αλλαγή ολόκληρης της συσκευής ή σε περίπλοκες και πανάκριβες εργασίες, με κατάληξη πάλι την αγορά νέου κινητού τηλεφώνου. Περιβαλλοντικές οργανώσεις επισημαίνουν και το ακριβό κόστος των ανταλλακτικών, ενώ συχνά αποτρέπεται η επισκευή εκτός του δικτύου του προμηθευτή ή από τον ίδιον τον χρήστη εάν είναι δυνατό.

Οι αριθμοί

53,3% των περιβαλλοντικών ισχυρισμών που εξετάστηκαν σε έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2020 ήταν ασαφείς και παραπλανητικοί, ενώ 40% ήταν αβάσιμοι. 

 

 

 

cover photo: SHUTTERSTOCK

δ