Λάθος η χρέωση των παραγωγών ΑΠΕ για την κάλυψη του ελλείματος του ΕΛΑΠΕ.

Στα πλαίσια της προσπάθειας διάσωσης της ΔΕΗ, η κυβέρνηση προέβη σε αύξηση των τιμολογίων της και αντίστοιχη μείωση του ΕΤΜΕΑΡ, το βασικό αιμοδότη του ΕΛΑΠΕ, για να αποφευχθεί η επιβάρυνση των καταναλωτών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη θεαματική βελτίωση των οικονομικών δεδομένων της ΔΕΗ αλλά και τη σταδιακή κατάρρευση του ΕΛΑΠΕ, του λογαριασμού από τον οποίο πληρώνονται οι παραγωγοί ΑΠΕ.

Η διάσωση της ΔΕΗ είναι θεμιτή και απαραίτητη, ως βασικού πυλώνα της αγοράς ηλεκτρισμού. Αντίστοιχη βαρύτητα έχουν και οι ΑΠΕ, με αρκετά GW εγκατεστημένης ισχύος σε λειτουργία, σημαντική συμβολή στην ηλεκτροπαραγωγή της χώρας και δεκάδες GW ακόμα στα σκαριά για την επίτευξη των στόχων της πολιτείας για απολιγνιτοποίηση και αποφυγή της κλιματικής αλλαγής. Οι συνέπειες της τελευταίας φαίνονται όλο και πιο συχνά το τελευταίο διάστημα με ανυπολόγιστο κόστος σε καταστροφές ανθρώπινων ζωών και υποδομών.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι ο εθνικός σχεδιασμός για την ενέργεια κινείται στη σωστή κατεύθυνση αντικατάστασης των ορυκτών καυσίμων με ΑΠΕ. Για να επιτευχθούν όμως οι στόχοι θα πρέπει να μην κλονίζεται η εμπιστοσύνη εγχώριων και ξένων επενδυτών, οι οποίοι ποντάρουν στην Ελλάδα για την ανάπτυξη των επιχειρηματικών τους σχεδίων. Ήδη, στο πρόσφατο παρελθόν, οι παραγωγοί ΑΠΕ κλήθηκαν να πληρώσουν (και πληρώνουν ακόμα) τον κακό σχεδιασμό στα πρώτα βήματα της ανάπτυξης της αγοράς ΑΠΕ, με την επιβολή έκτακτης εισφοράς το 2012 και ξανά το 2014 με μόνιμη αναπροσαρμογή των «σταθερών» τιμών πώλησης του ρεύματος που παράγεται από αιολικά και φωτοβολταϊκά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα από τη μια τη διάσωση του ΕΛΑΠΕ κι από την άλλη την καταστροφή μιας αγοράς, που στήριξε την εθνική οικονομία στα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης με δεκάδες χιλιάδες θέσεων εργασίας, που τελικά χάθηκαν.

Το πάγωμα της αγοράς που ακολούθησε τα μέτρα που επιβλήθηκαν το 2012 και 2014 διήρκησε τουλάχιστον μια πενταετία και μόλις το 2019 φάνηκαν τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης. Πλέον τα αιολικά και τα φωτοβολταϊκά είναι η πιο ανταγωνιστικές μορφές παραγωγής ηλεκτρισμού, η ανάπτυξη των οποίων τα επόμενα χρόνια μπορεί μόνο να οδηγήσει στη μείωση του κόστους ενέργειας για όλους τους καταναλωτές. Κι αυτό μόνο αν το επενδυτικό κλίμα εμπνέει εμπιστοσύνη και σταθερότητα και δεν υπενθυμίσει σε όλους όσους σχεδιάζουν επενδύσεις το προσεχές διάστημα ότι η πολιτεία μπορεί να μην είναι  συνεπής στις υποχρεώσεις απέναντι σε υπογεγραμμένες συμβάσεις. Εδώ αξίζει να σημειωθεί, ότι δε μειώθηκαν τα έσοδα του ΕΛΑΠΕ λόγω της μείωσης της κατανάλωσης ενέργειας κατά τη διάρκεια της πανδημίας αλλά λόγω της μείωσης της συμμετοχής των ακριβών συμβατικών πηγών ενέργειας (με καύση λιγνίτη και φυσικού αερίου) και αντίστοιχης αύξησης της συμβολής των φθηνών ΑΠΕ. Έτσι μειώθηκε η Οριακή Τιμή Συστήματος (ΟΤΣ) με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι ανάγκες για κάλυψη της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ ΟΤΣ και «σταθερών» τιμών ΑΠΕ, διαφορά που καλείται να καλύψει ο ΕΛΑΠΕ. Αυτή είναι και μια γνωστή στρέβλωση της αγοράς, από την οποία ωφελούνται οι προμηθευτές ρεύματος, ενώ την πληρώνουν οι ΑΠΕ με δυσφήμιση και οι καταναλωτές επωμιζόμενοι το κόστος.

Μια έκτακτη εισφορά των παλιών ΑΠΕ, όπως φημολογείται ότι προκρίνεται ως λύση από το Υπουργείο, σίγουρα δε θα λύσει το πρόβλημα. Μπορεί να εξαλείψει το έλλειμα του ΕΛΑΠΕ σήμερα αλλά αυτό θα είναι προσωρινό, καθώς απαιτούνται μόνιμες λύσεις, που θα εξασφαλίσουν την ομαλή χρηματοδότηση του ΕΛΑΠΕ σε βάθος χρόνου. Λύσεις υπάρχουν και ο σωστός σχεδιασμός δε θα προκαλέσει επιβάρυνση των καταναλωτών. Η επιβάρυνση των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος από την απαραίτητη αύξηση του ΕΤΜΕΑΡ είναι πολύ μικρή σε ετήσια βάση για τον μέσο καταναλωτή. Αυτή μπορεί να αντισταθμιστεί από την αναμενόμενη μείωση των ΥΚΩ (Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας) με τις διασυνδέσεις των νησιών, που ολοκληρώθηκαν πρόσφατα και συνεχίζονται, αλλά και τη μείωση του κόστους ρεύματος που θα φέρουν οι νέες εγκαταστάσεις ΑΠΕ (αν δεν κλονιστεί το επιχειρηματικό κλίμα). Από την άλλη μεριά, για την ενεργοβόρο βιομηχανία, προβλέπεται καθεστώς μειωμένων χρεώσεων ΕΤΜΕΑΡ, ώστε να μην πληγεί η ανταγωνιστικότητά της. Ταυτόχρονα, μικροί και μεγάλοι καταναλωτές μπορούν να επωφεληθούν από το χαμηλό κόστος φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων και να μειώσουν το συνολικό κόστος ηλεκτρικού ρεύματος εγκαθιστώντας φωτοβολταϊκά στις στέγες τους για ενεργειακό συμψηφισμό (netmetering). 

Είναι προφανές ότι οι ΑΠΕ (παλιές και νέες) είναι μέρος της λύσης κι όχι του προβλήματος. Η λύση που θα δοθεί θα πρέπει να είναι μόνιμη για να μην προκύψει εκ νέου ζήτημα σε λίγους μήνες ή χρόνια. Η διατήρηση της σταθερότητας και του κλίματος εμπιστοσύνης, που με κόπο ξαναχτίστηκε τα τελευταία χρόνια είναι απαραίτητη για να συνεχιστεί η ανάπτυξη των ΑΠΕ τα επόμενα χρόνια, που θα οδηγήσει στη μείωση του κόστους ενέργειας για όλους και την αποτροπή της κλιματικής αλλαγής (που επίσης συνοδεύεται από ανυπολόγιστο κόστος).

 

 

20 Οκτωβρίου 2020

energypress