Ενεργειακή Εξοικονόμηση ή LNG: Επαναπροσδιορισμός της ενεργειακής συμφωνίας ΕΕ-ΗΠΑ

Με βάση το πρόσφατο άρθρο μας στο Diplomacy Berlin σχετικά με την αναγκαιότητα της ενεργειακής εξοικονόμησης σαν αντίποδα της συμφωνίας για περαιτέρω εξάρτηση των χωρών της Ευρώπης από το LNG, έχουν ξεκινήσει αρκετές συζητήσεις. Γιατί όμως είναι σημαντική η επανεξέταση της συμφωνίας αυτής υπό το πρίσμα της ενεργειακής εξοικονόμησης;

Μια συμφωνία που έρχεται σε αντίθεση με την κλιματική πορεία της Ευρώπης

LNG έναντι της ενεργειακή αποδοτικότητας

Η συμφωνία εισαγωγής LNG μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ αποτελεί σοβαρή πρόκληση για τον μακροπρόθεσμο στόχο της ΕΕ για την απανθρακοποίηση. Η πορεία που έχει ακολουθηθεί μέχρι τώρα για τη μείωση της ενεργειακής ζήτησης της Ευρώπης είναι η αύξηση της παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας, είτε για τη διαφοροποίηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας είτε για την αύξηση των τελικών χρήσεων καθαρής ενέργειας. Ωστόσο, υπάρχουν διάφοροι τρόποι μείωσης της ενεργειακής ζήτησης, είτε σε όρους πρωτογενούς ενέργειας (πηγές καυσίμων) είτε τελικής ενέργειας (ενέργεια που χρησιμοποιείται από τους καταναλωτές). Από αυτή την άποψη, το πιο κρίσιμο μέτρο είναι η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας, όπως περιγράφεται σε διάφορες νομοθεσίες, συμπεριλαμβανομένης της πιο σημαντικής αναδιατυπωμένης Οδηγίας για την Ενεργειακή Αποδοτικότητα (2025).

Η αρχή της «Ενεργειακής Απόδοσης Πρώτα», που είναι ενσωματωμένη τόσο στην ευρωπαϊκή όσο και στην εθνική νομοθεσία, θέτει τις βάσεις για την προτεραιότητα της δημόσιας χρηματοδότησης (ή δημόσιας/ιδιωτικής) σε επενδύσεις από την πλευρά της διαχείρισης της ενεργειακής ζήτησης απέναντι σε έργα από την πλευρά της προσφοράς (παραγωγή ενέργειας, εισαγωγές κλπ). H αύξηση των εισαγωγών LNG κινδυνεύει να οδηγήσει την Ευρώπη στην αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό θα οδηγούσε σε αυξημένη χρήση ενέργειας, η οποία με τη σειρά της θα απαιτούσε περισσότερες δημόσιες επενδύσεις (νέοι τερματικοί σταθμοί, νέες πλωτές μονάδες αποθήκευσης και επαναεριοποίησης (FSRU), αναβάθμιση των υφιστάμενων), οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση δράσεων ενεργειακής απόδοσης και ανακαίνισης του κτιριακού αποθέματος (που στην Ελλάδα είμαστε ήδη αρκετά μακριά από τον στόχο ανακαίνισης κτιρίων).

Αρκετές αναλύσεις κόστους-αποτελεσματικότητας που χρηματοδοτήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένου του Regio1st, καταδεικνύουν ότι η χρηματοδότηση της διαρθρωτικής μείωσης της ζήτησης ενέργειας, ιδίως στα κτίρια (στην πλειονότητα των περιφερειών), είναι πιο αποτελεσματική από τη χρηματοδότηση νέων τερματικών σταθμών φυσικού αερίου για την εισαγωγή καυσίμων. Ως εκ τούτου, τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να εξεταστούν προσεκτικά πριν από την έγκριση οποιωνδήποτε νέων επενδύσεων.

Ενεργειακή ασφάλεια ή κλείδωμα της αγοράς;

Αν και η αύξηση των εισαγωγών LNG από τις ΗΠΑ θα μπορούσε, θεωρητικά, να προσφέρει βραχυπρόθεσμα οφέλη, συνοδεύεται από σημαντικά και απρόβλεπτα κόστη. Τέτοιες επενδύσεις θα μπορούσαν να θέσουν έμμεσα σε κίνδυνο τη διαδικασία απανθρακοποίησης της Ευρώπης, όπου ήδη πραγματοποιούνται επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια. Αυτά τα αντιφατικά μηνύματα για την επέκταση των ορυκτών καυσίμων θα μπορούσαν ενδεχομένως να αποθαρρύνουν τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, συμβάλλοντας και σε μεγαλύτερη ανασφάλεια στο κόστος στην αγορά ενέργειας. 

Λαμβάνοντας υπόψη τον κλιματικό στόχο της Ευρώπης για το 2040 και τα Εθνικά Σχέδια για την Ενέργεια και το Κλίμα των κρατών μελών, είναι επιτακτική ανάγκη να μειωθεί η εξάρτηση από το φυσικό αέριο. Ως εκ τούτου, η τρέχουσα αύξηση των εισαγωγών LNG, σε συνδυασμό με τον κίνδυνο περαιτέρω εγκλωβισμού (κυρίως των φτωχώτερων κοινωνικών στρωμάτων), δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Επιπλέον, η τελική χρήση του LNG πέραν της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ενδέχεται να αυξήσει το κόστος των νοικοκυριών κατά τους επόμενους χειμώνες. Αυτό όχι μόνο θα επιδεινώσει την ενεργειακή ένδεια, αλλά θα έρχεται και σε αντίθεση με το πνεύμα των Κοινωνικών Κλιματικών Σχεδίων.

Η στρατηγική αυτονομία σε κίνδυνο

Η ηγετική θέση της Ευρώπης στον τομέα του κλίματος παραμένει αξιόπιστη, εφόσον η κλιματική αλλαγή κατέχει κεντρική θέση στον δημόσιο διάλογο. Ωστόσο, η προστασία της στρατηγικής αυτονομίας είναι εξίσου σημαντική, λαμβάνοντας υπόψη το αυξανόμενο μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και τον ρόλο τους σε βασικούς κλάδους, όπως τα τρένα που κινούνται με αιολική ενέργεια, η αύξηση των πωλήσεων αντλιών θερμότητας και η μεγάλη ζήτηση φωτοβολταϊκών στις στέγες.

Αυτό που λείπει, ωστόσο, είναι η ευθυγράμμιση των πολιτικών με τις πραγματικές ενεργειακές ανάγκες. Η πρόκληση δεν είναι η παραγωγή περισσότερης ενέργειας για τη μελλοντική ηλεκτροδότηση, αλλά η αποτελεσματική απορρόφηση, η έξυπνη αποθήκευση και η κατανομή της άφθονης ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας που ήδη παράγεται. Η σταθερότητα του συστήματος δεν έχει τόσο να κάνει με την αύξηση της προσφοράς, όσο με τη διαχείριση της ροής ηλεκτρικής ενέργειας προς τους τελικούς χρήστες, χωρίς να περιορίζεται η υπάρχουσα παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας. Εδώ, πρέπει να σημειώσουμε ότι αρκετές χώρες που παράγουν ανανεώσιμη ενέργεια έχουν ήδη αντιμετωπίσει περιορισμούς τα τελευταία τρία χρόνια. Επομένως, οι μεγάλης κλίμακας εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου, πετρελαίου και πυρηνικών καυσίμων από τις ΗΠΑ στην ΕΕ, που ανέρχονται σε 250 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ (215 δισεκατομμύρια ευρώ) ετησίως για τρία χρόνια, δεν είναι ούτε απαραίτητες ούτε δικαιολογημένες.

Τα στοιχεία της Eurostat υπογραμμίζουν ότι ο μηνιαίος μέσος όρος της Ευρώπης ήταν 30 δισεκατομμύρια ευρώ, συνολικά περίπου 360 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, εκτός από τις αυξήσεις των τιμών το 2022. Αυτό είναι περίπου 1,7 φορές μεγαλύτερο από τις προβλεπόμενες εισαγωγές ενέργειας των ΗΠΑ, αλλά περιλαμβάνει τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, του LNG και των πυρηνικών καυσίμων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το μεγαλύτερο μέρος του κόστους των εισαγωγών ενέργειας της Ευρώπης προέρχεται από το πετρέλαιο. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν επίσης μια πτωτική τάση στη ζήτηση πετρελαίου. Περίπου το 15 % των εισαγωγών πετρελαίου της Ευρώπης προέρχεται από τις ΗΠΑ (περίπου 36 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως), αλλά η αυξανόμενη χρήση ηλεκτρικών οχημάτων και αντλιών θερμότητας σε κτίρια, σε συνδυασμό με άλλα μέτρα αποδοτικότητας, θα επιταχύνουν περαιτέρω αυτή την πτωτική τάση.

Η δεύτερη μεγάλη κατηγορία εισαγωγών ενέργειας είναι το φυσικό αέριο. Περίπου το ήμισυ των πρόσφατων εισαγωγών LNG προέρχεται πλέον από τις ΗΠΑ, και ανέρχεται σε 20-28 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Είναι αλήθεια ότι το LNG αντικατέστησε το αέριο που μεταφέρεται μέσω αγωγών, αλλά η συνολική ζήτηση αερίου στην Ευρώπη έχει μειωθεί κατά 20 % από το 2021 λόγω των βελτιώσεων στην ενεργειακή απόδοση τόσο στα κτίρια όσο και στη βιομηχανία (όπως και λόγων της ανασφάλειας της τιμής και αναζήτησης εναλλακτικών καυσίμων ή μείωσης θερμικής άνεσης στα σπίτια λόγω αδυναμία πληρωμής). Η σύντομη αύξηση των εισαγωγών LNG το 2025 μπορεί να αποδοθεί στον ασυνήθιστα κρύο χειμώνα, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα τα επίπεδα αποθήκευσης φυσικού αερίου να πέσουν κάτω από τον εποχιακό μέσο όρο. Ωστόσο, αυτό ήταν ένα βραχυπρόθεσμο φαινόμενο και όχι μια μακροπρόθεσμη τάση.

Στο μέλλον, η ζήτηση φυσικού αερίου θα μειωθεί περαιτέρω τόσο στον τομέα των κτιρίων όσο και στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας (που θα αντικατασταθεί σταδιακά από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας). Υπάρχει ήδη μια συνεχιζόμενη συζήτηση σχετικά με την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα υγροποιημένου φυσικού αερίου στην Ευρώπη, ακόμη και πριν ληφθεί υπόψη η προτεινόμενη αύξηση των εισαγωγών από τις ΗΠΑ. 

Συμπέρασμα

Συνολικά, η κλίμακα των εισαγωγών ενέργειας από τις ΗΠΑ είναι τόσο μη ρεαλιστική όσο και αδικαιολόγητη, δεδομένων των τρεχουσών και προβλεπόμενων τάσεων της ζήτησης ενέργειας, ιδίως στο πλαίσιο των φιλοδοξιών της Πράσινης Συμφωνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του σχεδίου RepowerEU. Αυτές οι εισαγωγές θα αποσπάσουν τις απαραίτητες χρηματοοικονομικές επενδύσεις από την ενεργειακή απόδοση, την επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την αναβάθμιση των υποδομών. Επιπλέον, θα δημιουργήσουν μακροπρόθεσμες εξαρτήσεις που θα μπορούσαν να εκτείνονται πολύ πέραν της προτεινόμενης τριετούς περιόδου. Στην καλύτερη περίπτωση, η συμφωνία αυτή αποτελεί μια μη βέλτιστη κατανομή των σπάνιων δημόσιων πόρων· με αρκετό ρίσκο να υπονομευθούν οι δεσμεύσεις της Ευρώπης για ενεργειακή απόδοση και κλιματικούς στόχους.

γ